επιδερμίδα

Το εξωτερικό κάλυμμα του δέρματος των ζώων και του ανθρώπου που αναπτύσσεται από το εξωτερικό εμβρυϊκό βλαστικό σέρμα, το αποκαλούμενο εξώδερμα. Τα εκκρίματα της μονοστρωματικής ε. των ασπονδύλων σχηματίζουν, εξαιτίας της στερεοποίησής τους στον αέρα, Ιστιρικτικό ιστό (π.χ. το κέλυφος των μαλακίων) ή προστατευτικά στοιχεία (π.χ. το δέρμα των σκουληκιών και των αρθροπόδων). Η ε. των σπονδυλωτών και του ανθρώπου αποτελείται από τη βασική μεμβράνη, την βλαστική, την ακανθίνη, την κοκκιώδη και την Κερατίνη στοιβάδα. Τα κύτταρα των στρωμάτων της ε. που βρίσκονται κοντά στο συνδετικό στρώμα του δέρματος έχουν κυλινδρικό ή κυβικό σχήμα, ενώ εκείνα που είναι πλησιέστερα στην εξωτερική επιφάνεια σχηματίζουν το στρώμα της κερατίνης το οποίο ανανεώνεται διαρκώς, λόγω της αλλοίωσης των κατώτερων στρωμάτων. Η εκφύλισή της διενεργείται με τη διαίρεση των κυττάρων του βλαστικού της στρώματος. ε. των φυτών (Βοτ.). Μόνιμος πρωτογενής δερμικός ιστός, ο πιο απλός από τους προστατευτικούς ιστούς. Καλύπτει, τουλάχιστον κατά τη νεαρή ηλικία, όλα τα όργανα πρωτογενούς δομής που δεν προστατεύονται από περίδερμα (φελλό και φελλόδερμα). Τυπική επιδερμίδα έχουν κυρίως τα φύλλα και ο βλαστός, ενώ στις ρίζες καλείται ριζοδερμίδα. Η ε. των φυτών αποτελείται από κύτταρα πολύ διαφορετικά ως προς τη μορφή τους (πολυγωνικά, ορθογώνια, ελικοειδή), που συνδέονται μεταξύ τους σε συνεχές στρώμα, χωρίς να αφήνουν μεσοκυττάριους χώρους. Τα επιδερμικά κύτταρα είναι ζωντανά, φτωχά σε πρωτόπλασμα, δίχως χλωροπλάστες και συχνά περιέχουν χρωστικές ουσίες, κυρίως ανθοκύανες, όπως στα πέταλα πολλών ανθών και φύλλων (π.χ. κόκκινο λάχανο). Η πάνω επιφάνεια της ε. καλύπτεται από την εφυμενίδα, που είναι αδιαπέραστη και αδιάβροχη. Η προστατευτική της ικανότητα ενισχύεται από κηρώδες στρώμα καθώς και από εξωτερικά εξαρτήματα που φέρουν διάφορες μορφές και ονομάζονται γενικά τρίχες. Το πάχος της εφυμενίδας κυμαίνεται ανάλογα με τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ορισμένα επιδερμικά κύτταρα διαφοροποιούνται με τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματίζουν μικροσκοπικά ανοίγματα που λέγονται στόματα και εξυπηρετούν τις λειτουργίες της αναπνοής, της φωτοσύνθεσης και της διαπνοής. Η ε. της ρίζας δεν φέρει στόματα ούτε εφυμενίδα. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από την παρουσία ριζικών τριχιδίων για την πρόσληψη του νερού από το έδαφος. Στα κατώτερα φυτά, εκτός από τα φυλλόβρυα και τα ηπατικά, δεν υπάρχει ε. με την κλασική έννοια. Επιδερμίδα φύλλου με εκκριτικές τρίχες, όπως φαίνεται στο μικροσκόπιο. Η επιδερμίδα είναι ο πιο απλός προστατευτικός ιστός του φυτού.
* * *
η (AM ἐπιδερμίς)
η εξωτερική στιβάδα τού δέρματος, το επιθήλιο που εκτείνεται σε όλη την επιφάνεια τού σώματος
νεοελλ.
η διαφανής μεμβράνη που καλύπτει όλα τα μέρη τού φυτού
αρχ.
η μεμβράνη στα δάχτυλα των υδρόβιων πτηνών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + θ. δερμ- (< δέρμα) + -ίς
η λέξη σχηματίζεται με το θέμα της ονομαστικής (δερμ-)
πρβλ. και υπο-δερμ-ίς
ο Ερωτιανός παραδίδει και τ. επιδερματ-ίς από το θ. της γεν. (δερματ-)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιδερμίδα — η 1. το εξωτερικό στρώμα του δέρματος ανθρώπων και ζώων. 2. λεπτό στρώμα που καλύπτει την επιφάνεια των φυτών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιδερμίδα — ἐπιδερμίς outer skin fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρμα — I (Ανατ.).Προστατευτικό όργανο (πάχους 0,5 4 χιλιοστών), που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και μεταπίπτει, κατά τις φυσικές οπές του, στους βλεννογόνους. Αποτελείται από ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα επιθηλιακού ιστού, την επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

  • επιδερμικός — Εκείνος που ανήκει ή αναφέρεται στην επιδερμίδα. Μεταφορικά, ο επιπόλαιος, ο επιφανειακός. (Γεωλ.) Ε. πτυχώσεις ονομάζεται το φαινόμενο της αποκόλλησης των πετρωμάτων που συντελείται όταν όγκοι από σκληρά και βαριά πετρώματα, τα οποία βρίσκονται… …   Dictionary of Greek

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek

  • παραμήκιο — Γένος πρωτόζωων της ομοταξίας των βλεφαριδωτών ή εγχυματογενών. To paramaecium aurelia, που παίρνουμε ως παράδειγμα, είναι μονοκύτταρος οργανισμός, σχήματος ωοειδούς, μήκους περίπου 0,25 χιλιοστών, ο οποίος ζει στα εγχύματα και στα βαλτώδη νερά.… …   Dictionary of Greek

  • αναδύματα — Προεκτάσεις της επιδερμίδας των φυτών. Σχηματίζονται από την επιδερμίδα και από τις εσωτερικές κυτταρικές στιβάδες. Α. είναι τα αγκάθια των φυτών, όπως εκείνα της τριανταφυλλιάς ή και τα άγκιστρα όπως εκείνα του λυκίσκου. * * * τα Βοτ. προεκβολές …   Dictionary of Greek

  • λειόχρως — λειόχρως, ωτος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει λεία επιδερμίδα, λείο δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λεῖος + χρως (< χρώς «επιδερμίδα»), πρβλ. γαλακτό χρως, τρυφερό χρως] …   Dictionary of Greek

  • λευκοφορινόχρους — λευκοφορινόχρους, ουν (Α) αυτός που έχει λευκή επιδερμίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λευκ(ο) * + φορίνη «δέρμα, επιδερμίδα» + χρους (< χρώς), πρβλ. μελανό χρους] …   Dictionary of Greek

  • λευκόχρως — λευκόχρως, ωτος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει λευκή επιδερμίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λευκ(ο) * + χρώς «επιδερμίδα»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.